Δεν μπορούμε πάντα να επιλέγουμε τους ανθρώπους που έχουμε γύρω μας. Στη δουλειά, στην οικογένεια ή ακόμη και στις φιιλίες, είναι πιθανό να συναντήσουμε ανθρώπους που μας απογοητεύουν, μας μειώνουν ή μας επιβαρύνουν συναισθηματικά.
Μια δυσάρεστη συζήτηση μπορεί να τελειώσει μέσα σε λίγα λεπτά, οι σκέψεις μας όμως γύρω από αυτήν μπορεί να συνεχίζονται για ώρες ή ακόμη και ημέρες. Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, επειδή ο εγκέφαλος μας τείνει να δίνει μεγαλύτερη σημασία στις αρνητικές εμπειρίες. Έτσι, μια άσχημη αλληλεπίδραση μπορεί να παραμείνει στη σκέψη μας πολύ περισσότερο από μια ευχάριστη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Ελληνική Ακτινολογική Εταιρεία: Ποιες εξετάσεις και επεμβάσεις δεν γίνονται νόμιμα
Σύμφωνα με την Emma Seppälä, συγγραφέα και λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Yale, υπάρχουν τρεις πρακτικές που μπορούν να μας βοηθήσουν να περιορίσουμε τον συναισθηματικό αντίκτυπο τέτοιων καταστάσεων: η επίγνωση, η συγχώρεση και η συμπόνια.
Γιατί οι αρνητικές αλληλεπιδράσεις επιμένουν
Η απόρριψη, η προσβολή και η αρνητική κριτική μπορούν να προκαλέσουν έντονη αντίδραση άγχους. Ο κοινωνικός και συναισθηματικός πόνος συνδέεται με μηχανισμούς του νευρικού συστήματος που σχετίζονται και με τον σωματικό πόνο, ενώ ο εγκέφαλος τείνει να επεξεργάζεται τις αρνητικές εμπειρίες με ιδιαίτερη ένταση.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Η ψυχολογία προειδοποιεί: Αυτές τις 5 φράσεις καλύτερα να μην τις πείτε στο παιδί σας
Το πρόβλημα δεν τελειώνει απαραίτητα όταν ολοκληρωθεί η συζήτηση. Η επαναλαμβανόμενη αναπαραγωγή ενός περιστατικού στο μυαλό μπορεί να παρατείνει την αντίδραση στο στρες και να κρατά μια δυσάρεστη εμπειρία <<ζωντανή>>.
1. Αναγνωρίστε τι σας προκαλεί η δυσαρέσκεια
Ο θυμός απέναντι σε μια άδικη ή προσβλητική συμπεριφορά είναι φυσιολογικός. Όταν, όμως, η σκέψη γύρω από το περιστατικό γίνεται συνεχής, η δυσαρέσκεια μπορεί να αρχίσει να επηρεάζει δυσανάλογα εκείνον που τη βιώνει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Η μικρή γραμμή στο νύχι που δεν πρέπει να αγνοήσετε – Τι προειδοποιούν οι γιατροί
Το πρώτο βήμα είναι η συνηδειτοποίηση. Παρατηρήστε πόσο συχνά επιστρέφετε στο περιστατικό και τι αισθάνεστε κάθε φορά που το ανακαλείτε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθείτε την κακή συμπεριφορά. Σημαίνει ότι χρειάζεται να ξεχωρίσετε την αντιμετώπιση ενός προβλήματος από την επαναλαμβανόμενη αναβίωση του.
Στόχος είναι να μην επιτρέψετε στη συμπεριφορά κάποιου άλλου να καθορίζει τη δική σας συναισθηματική κατάσταση.
2. Συγχωρήστε χωρίς να δικαιολογήσετε τη συμπεριφορά
Η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε κάποιον, ξεχνάμε τι συνέβη ή υποχρεωνόμαστε να διατηρήσουμε μια σχέση.
Στην ψυχολογία, η συγχώρεση συνδέεται με τη μείωση της δυσαρέσκειας και της συναισθηματικής προσκόλλησης στην προσβλητική συμπεριφορά. Αυτό μπορεί να συμβάλει και στη μείωση των αντιδράσεων στο στρες.
Μελέτη υπό την καθοδήγηση της ψυχολόγου Charlotte Witvliet έδειξε ότι η μη συγχώρεση ενός ανθρώπου που μας έχει πληγώσει συνδέεται με αυξημένες φυσιολογικές αντιδράσεις, όπως μεταβολές στον καρδιακό ρυθμό, την αρτηριακή πίεση και την αγωγιμότητα του δέρματος.
Η συγχώρεση, επομένως, δεν αφορά μόνο τον άλλο άνθρωπο. Αφορά κυρίως την απελευθέρωση του ίδιου μας του εαυτού από μια κατάσταση που συνεχίζει να μας επιβαρύνει.
3. Δείξτε συμπόνια χωρίς να καταργήσετε τα όρια σας
Το τρίτο βήμα είναι ίσως και το πιο δύσκολο: η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τον άλλο άνθρωπο με μεγαλύτερη κατανόηση και καλή θέληση.
Η συμπόνια δεν σημαίνει αποδοχή της συμπεριφοράς. Κατανόηση και αποδοχή είναι διαφορετικές έννοιες.
Έρευνες έχουν εξετάσει τη σχέση της συμπόνιας με τη συναισθηματική ευημερία, τις κοινωνικές σχέσεις και τις αντιδράσεις στο άγχος, δείχνοντας ότι μπορεί να ενισχύσει θετικά συναισθήματα και την αίσθηση σύνδεσης με τους άλλους.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να βοηθήσει κυρίως επειδή μετατοπίζει την προσοχή από τη σύγκρουση στην προσπάθεια κατανόησης του άλλου, χωρίς να απαιτείται η δικαιολόγηση των πράξεων του.
Τα όρια παραμένουν απαραίτητα
Η συγχώρεση και η συμπόνια δεν σημαίνουν ότι κάποιος πρέπει να παραμείνει σε μια σχέση που τον βλάπτει.
Τα όρια αφορούν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να σχετιζόμαστε με άλλους. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερη επαφή, περιορισμό των συζητήσεων, άρνηση συμμετοχής σε προκλητικές συμπεριφορές ή ακόμη και οριστικό τερματισμό μιας σχέσης.
Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα να συμφιλιωθούμε με έναν δύσκολο άνθρωπο. Είναι να μην του επιτρέψουμε να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο στη σκέψη και στην καθημερινότητα μας από όσο του αναλογεί.
Η συνηδειτοποίηση βοηθά να αναγνωρίσουμε το μοτίβο, η συγχώρεση μπορεί να περιορίσει τη δυσαρέσκεια και η συμπόνια, όταν είναι εφικτή και κατάλληλη, να μειώσει τη συναισθηματική ένταση της σύγκρουσης.
Τελικά, η διαχείριση ενός δύσκολου ανθρώπου δεν αφορά πάντα το πώς θα τον αλλάξουμε. Αυτό συχνά βρίσκεται έξω από τον έλεγχο μας. Αφορά περισσότερο το πόσο χώρο θα επιλέξουμε να του επιτρέψουμε να καταλαμβάνει στη ζωή και στο μυαλό μας.