- Παραδόθηκε σήμερα στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών το πόρισμα για την αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών, το οποίο συντάχθηκε από ειδική επιτροπή με τη συμμετοχή εθνικών και ευρωπαϊκών φορέων αεροναυτιλίας.
- Οι εμπειρογνώμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το συμβάν οφείλεται σε «ψηφιακό θόρυβο» λόγω αποσυγχρονισμού παλαιών συστημάτων και όχι σε κυβερνοεπίθεση ή κακόβουλη ενέργεια.
- Παρά την τεχνική βλάβη, δεν υπήρξε κίνδυνος για την ασφάλεια των πτήσεων, καθώς εφαρμόστηκαν άμεσα διαδικασίες έκτακτης ανάγκης μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της λειτουργίας.
- Η βασική αιτία του προβλήματος εντοπίζεται στην παρωχημένη τεχνολογία των συστημάτων επικοινωνίας, η οποία δεν υποστηρίζεται πλέον από τον κατασκευαστή και στερείται εγγυήσεων ασφαλούς λειτουργίας.
- Η Επιτροπή εισηγείται την άμεση αναβάθμιση σε τεχνολογία VoIP, την προμήθεια νέου εξοπλισμού και τη δημιουργία κοινού μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων μεταξύ ΥΠΑ και ΟΤΕ.
Στα χέρια του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστου Δήμα, βρίσκεται από σήμερα, 13 Ιανουαρίου 2026, το αναλυτικό πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης σχετικά με την πρωτοφανή αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών που σημειώθηκε την Κυριακή 4 Ιανουαρίου.
Η Επιτροπή, η οποία συστάθηκε άμεσα υπό τον Διοικητή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας Χρήστο Τσίτουρα και με τη συμμετοχή κορυφαίων στελεχών από την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, το ΓΕΕΘΑ, την ΕΕΤΤ, καθώς και εκπροσώπων ευρωπαϊκών θεσμών όπως το EUROCONTROL και η EASA, εστίασε στην πλήρη διαλεύκανση των αιτιών που οδήγησαν στο περιστατικό.
Σύμφωνα με τα ευρήματα των εμπειρογνωμόνων, η αιτία του προβλήματος εντοπίζεται σε φαινόμενο «ψηφιακού θορύβου». Το φαινόμενο αυτό προκλήθηκε από τον αποσυγχρονισμό μιας σειράς ετερογενών συσκευών και διεπαφών στις εγκαταστάσεις του ΚΕΠΑΘΜ. Το αποτέλεσμα ήταν η ακούσια και συνεχής εκπομπή ενός κρίσιμου αριθμού πομπών, γεγονός που οδήγησε στην υποβάθμιση και τελικά στη διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων.
Η κατάσταση αντιμετωπίστηκε πλήρως μόνο μετά από επανασυγχρονισμό και επανεκκινήσεις των συστημάτων, που ακολούθησαν την επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού. Σημαντικό ρόλο στην έρευνα διαδραμάτισαν οι αναφορές και οι συνεντεύξεις από στελέχη της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και του ΟΤΕ, που αναγνωρίστηκαν ως οι βασικοί εμπλεκόμενοι φορείς.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σκέλος της αεροπορικής ασφάλειας, όπου το πόρισμα είναι καθησυχαστικό. Το περιστατικό χαρακτηρίστηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης (Green Area) βάσει των αναφορών στην πλατφόρμα ECCAIRS, καθώς δεν υπήρξε καμία παραβίαση των ελαχίστων ορίων διαχωρισμού αεροσκαφών, ούτε έκθεση πτήσεων σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο.
Για προληπτικούς λόγους, κατά τη διάρκεια του συμβάντος εφαρμόστηκαν αυστηρές διαδικασίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένου του πλήρους περιορισμού χωρητικότητας (zero rate). Παράλληλα, αποκλείστηκε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης ή εξωγενούς κακόβουλης παρεμβολής. Η πλήρης αποκατάσταση των υπηρεσιών επήλθε στις 16:53 τοπική ώρα της ίδιας ημέρας.
Ωστόσο, το πόρισμα αναδεικνύει ως βαθύτερο αίτιο την παλαίωση του τεχνολογικού εξοπλισμού. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής (VCS) και οι υποστηρικτικές υποδομές βασίζονται στην παρωχημένη τεχνολογία SDH, η οποία πλέον δεν υποστηρίζεται από τον κατασκευαστή, δημιουργώντας ανασφάλεια ως προς τις εγγυήσεις λειτουργίας. Ως εκ τούτου, οι εμπειρογνώμονες εισηγούνται την άμεση επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP με την εγκατάσταση νέων συστημάτων επικοινωνίας και εκατοντάδων νέων πομποδεκτών.
Επιπροσθέτως, προτείνεται η θεσμοθέτηση κοινού μηχανισμού απόκρισης ΥΠΑ-ΟΤΕ, η ενίσχυση της εποπτείας του ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ, η χρήση τηλεμετρίας για διαγνωστικούς ελέγχους, καθώς και η μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον για τη μείωση των επιχειρησιακών κινδύνων.
Δείτε εδώ ολόκληρο το πόρισμα