Συναγερμός σήμανε στην Ελληνική Αστυνομία τα ξημερώματα της Κυριακής (11/10), έπειτα από τον εντοπισμό ενός νεκρού άνδρα στη Γλυφάδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο άνδρας, ηλικίας περίπου 50 έως 60 ετών, έπεσε θύμα στοχευμένης δολοφονικής επίθεσης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Αιματηρό επεισόδιο στη Γλυφάδα: Επίθεση με κοπίδι σε 65χρονο
Γύρω στη 01:00, κάτοικος της περιοχής τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση, αναφέροντας την παρουσία ενός ατόμου χωρίς τις αισθήσεις του, πεσμένου στο οδόστρωμα δίπλα σε μία μοτοσικλέτα.
Οι δυνάμεις που έσπευσαν στη συμβολή της λεωφόρου Καραμανλή με την οδό Παναγούλη απέκλεισαν άμεσα τη σκηνή του εγκλήματος.
Κατά τη λεπτομερή αυτοψία, τα κλιμάκια της Σήμανσης εντόπισαν οκτώ κάλυκες κοντά στο σώμα του θύματος, το οποίο έφερε θανατηφόρα τραύματα από σφαίρες στο κεφάλι. Στο σημείο μετέβη ιατροδικαστής για την πρώτη μακροσκοπική εξέταση της σορού.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Βίντεο ντοκουμέντο: Η εκτέλεση 44χρονου στους Αγίους Σαράντα
Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας εξετάζουν με προσοχή τα ευρήματα, καθώς οι συνθήκες της ενέδρας παραπέμπουν σε επαγγελματική εκτέλεση.
Το θύμα διέθετε εκτεταμένο ποινικό παρελθόν, άκρως γνώριμο στις διωκτικές Αρχές. Παλαιότερα είχε κατηγορηθεί για άμεση συμμετοχή σε ομάδες που παρείχαν υπηρεσίες «προστασίας» σε νυχτερινά καταστήματα της πρωτεύουσας.
Παράλληλα, το όνομά του είχε συνδεθεί στενά με ένοπλες συμπλοκές στον χώρο του οπαδικού χουλιγκανισμού. Ειδικότερα, το 2018 είχε κατηγορηθεί ότι πυροβόλησε και τραυμάτισε οπαδό έξω από το ΟΑΚΑ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Μακελειό για τα σύνορα του χωραφιού: 90χρονος εκτέλεσε εν ψυχρώ ηλικιωμένο ζευγάρι γειτόνων
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2022, ενεπλάκη ξανά σε αντίστοιχο περιστατικό, ανοίγοντας πυρ εναντίον οπαδού έξω από σύνδεσμο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Οι επαφές του με τη Δικαιοσύνη ήταν διαρκείς, καθώς μόλις το 2024 είχε συλληφθεί εκ νέου έπειτα από καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία, ωστόσο είχε αφεθεί ελεύθερος με την επιβολή περιοριστικών όρων. Πλέον, οι έρευνες της Αστυνομίας επικεντρώνονται στη συλλογή βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας για τον εντοπισμό της διαδρομής διαφυγής των δραστών.