Η συζήτηση για την οικονομία στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια περιστρέφεται συνήθως γύρω από τους μεγάλους αριθμούς: ρυθμούς ανάπτυξης, επενδύσεις, δημόσιο χρέος και δημοσιονομικές επιδόσεις. Ωστόσο, η πραγματική αξία μιας οικονομικής πολιτικής κρίνεται τελικά από το κατά πόσο βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών και δημιουργεί συνθήκες μεγαλύτερης ασφάλειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι παρεμβάσεις που προωθεί το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το ιδιωτικό χρέος αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικές αλλαγές σε νόμους και διαδικασίες, αλλά για μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα που άφησε πίσω της η δεκαετής οικονομική κρίση: η υπερχρέωση χιλιάδων πολιτών.
Η πιο χαρακτηριστική παρέμβαση είναι η αύξηση του ακατάσχετου ορίου τραπεζικών λογαριασμών από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ. Το ακατάσχετο δεν είναι ένας απλός αριθμός. Είναι το ποσό που επιτρέπει σε έναν εργαζόμενο, έναν συνταξιούχο ή έναν μικρό επαγγελματία να καλύψει βασικές ανάγκες χωρίς να κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με απόλυτη οικονομική ασφυξία.
Η προηγούμενη ρύθμιση είχε καθοριστεί το 2015, σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική συγκυρία. Σήμερα, μετά από χρόνια πληθωριστικών πιέσεων και αυξημένου κόστους ζωής, η αναπροσαρμογή του ορίου θεωρείται από πολλούς αναγκαία προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα. Η αύξηση κατά 28% υπερβαίνει μάλιστα τον σωρευτικό πληθωρισμό της περιόδου, κάτι που δείχνει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια συμβολική διόρθωση αλλά για ουσιαστική ενίσχυση της προστασίας των πολιτών.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιχειρεί να στείλει ένα ευρύτερο μήνυμα: ότι η συνέπεια πρέπει να επιβραβεύεται. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η δυνατότητα άρσης της κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού όταν ο οφειλέτης καταβάλει το 25% της βασικής οφειλής του και ρυθμίσει το υπόλοιπο ποσό. Η λογική της ρύθμισης είναι ότι όποιος αποδεικνύει στην πράξη την πρόθεσή του να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επανενταχθεί στην οικονομική δραστηριότητα και όχι να παραμένει εγκλωβισμένος σε ένα καθεστώς διαρκούς αποκλεισμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η πρόβλεψη για νέα ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε έως 72 δόσεις. Πρόκειται για ένα μέτρο που αναμένεται να απασχολήσει άμεσα χιλιάδες πολίτες, καθώς δημιουργεί έναν πιο διαχειρίσιμο τρόπο αποπληρωμής χρεών που συσσωρεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Για πολλούς οφειλέτες, η διαφορά ανάμεσα σε μια υψηλή μηνιαία δόση και σε μια μακροχρόνια ρύθμιση είναι η διαφορά ανάμεσα στη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και στη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.
Παράλληλα, η μείωση του ορίου ένταξης στον εξωδικαστικό μηχανισμό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ διευρύνει σημαντικά τον κύκλο όσων μπορούν να αξιοποιήσουν το συγκεκριμένο εργαλείο. Μέχρι σήμερα, πολλοί μικροοφειλέτες βρίσκονταν εκτός του πλαισίου αυτού. Με τη νέα ρύθμιση, περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες και επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε μια οργανωμένη διαδικασία ρύθμισης χρεών.
Οι παρεμβάσεις αυτές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζονται σε συνδυασμό με τη συνολική εικόνα της οικονομίας. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς αισθητά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2%, όταν η αντίστοιχη επίδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίστηκε στο 0,7%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ανάπτυξη αυτή στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στις επενδύσεις. Ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου κατέγραψε αύξηση 12,1%, γεγονός που υποδηλώνει ότι η οικονομία δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση ή στον τουρισμό, αλλά προσελκύει και νέα παραγωγικά κεφάλαια. Οι επενδύσεις αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.
Ταυτόχρονα, η εικόνα του ιδιωτικού χρέους εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ο λόγος ιδιωτικού χρέους προς ΑΕΠ βρίσκεται πλέον κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σε επίπεδα που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητα. Από το 48,5% του 2016, ο σχετικός δείκτης έχει υποχωρήσει στο 3,3%, αποτυπώνοντας τη σημαντική εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να διατηρηθούν οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες. Είναι να μεταφραστούν σε μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια για τους πολίτες. Η αύξηση του ακατάσχετου, οι νέες 72 δόσεις, η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού και τα μέτρα προστασίας των ευάλωτων οφειλετών κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.
Η οικονομία δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του ΑΕΠ ή τις διεθνείς αξιολογήσεις. Κρίνεται και από το κατά πόσο ένας πολίτης που βρέθηκε σε αδυναμία πληρωμής μπορεί να σταθεί ξανά στα πόδια του. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία των νέων παρεμβάσεων: στη δημιουργία μιας πραγματικής δεύτερης ευκαιρίας για όσους εξακολουθούν να κουβαλούν τα βάρη της κρίσης, σε μια περίοδο που η χώρα επιχειρεί να μετατρέψει τη δημοσιονομική σταθερότητα σε κοινωνική και οικονομική πρόοδο.
ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ ΟΛΥΜΠΙΑ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ