- Τα αντιισταμινικά λειτουργούν αναστέλλοντας τη δράση της ισταμίνης, μιας ουσίας που παράγει το σώμα ως αντίδραση σε αλλεργιογόνα όπως η γύρη και η σκόνη.
- Χωρίζονται σε φάρμακα πρώτης γενιάς, τα οποία συχνά προκαλούν υπνηλία, και σε νεότερα σκευάσματα δεύτερης γενιάς που έχουν λιγότερες παρενέργειες και δεν επηρεάζουν την εγρήγορση.
- Η λήψη τους συνιστάται για την αντιμετώπιση καταστάσεων όπως η αλλεργική ρινίτιδα, οι δερματικές αντιδράσεις, η κνίδωση, αλλά και για την ανακούφιση συμπτωμάτων από το κοινό κρυολόγημα.
- Παρόλο που είναι αποτελεσματικά, η χρήση τους απαιτεί προσοχή καθώς μπορεί να προκαλέσουν ξηροστομία, ζάλη, πεπτικές διαταραχές ή αλληλεπιδράσεις με άλλες φαρμακευτικές αγωγές.
Τι είναι και πώς λειτουργούν τα αντιισταμινικά φάρμακα
Τα αντιισταμινικά φάρμακα αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας για την ανακούφιση από ενοχλητικά συμπτώματα που προκαλούνται από αλλεργίες, όπως η ρινική καταρροή, η έντονη φαγούρα, το φτέρνισμα και τα δερματικά εξανθήματα. Ο μηχανισμός δράσης τους βασίζεται στο μπλοκάρισμα της ισταμίνης, μιας χημικής ουσίας που παράγεται φυσιολογικά στον οργανισμό και απελευθερώνεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα εντοπίσει αλλεργιογόνους εισβολείς, όπως είναι η γύρη, η σκόνη ή τα ακάρεα.
Η ισταμίνη είναι υπεύθυνη για την πρόκληση φλεγμονής, τη διόγκωση των αιμοφόρων αγγείων και την αύξηση της παραγωγής βλέννας, ωστόσο τα αντιισταμινικά αναστέλλουν αυτές τις αντιδράσεις στους υποδοχείς της, μειώνοντας δραστικά την ένταση της αλλεργικής κρίσης. Η χρήση τους καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παθήσεων, συμπεριλαμβανομένης της εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας, της κνίδωσης με τις χαρακτηριστικές αλυσιδωτές αντιδράσεις στο δέρμα, του αλλεργικού άσθματος αλλά και φλεγμονών που προκύπτουν από τροφές ή φάρμακα.
Πότε ενδείκνυται η λήψη τους
Η χορήγηση αντιισταμινικών κρίνεται απαραίτητη σε διάφορες περιπτώσεις όπου ο οργανισμός αντιδρά υπερβολικά σε εξωτερικά ερεθίσματα. Συγκεκριμένα, βοηθούν σημαντικά στην αλλεργική ρινίτιδα που προκαλείται από μούχλα ή γύρη, καθώς και σε αλλεργίες που πηγάζουν από το τρίχωμα και τα υπολείμματα κατοικίδιων ζώων.
Επιπλέον, προσφέρουν ανακούφιση σε δερματικές εκδηλώσεις όπως το κνιδωτικό εξάνθημα, ενώ μπορούν να συνταγογραφηθούν και για ήπιες αντιδράσεις σε τρόφιμα ή φαρμακευτικές ουσίες. Αξίζει να σημειωθεί πως, αν και δεν θεραπεύουν το κοινό κρυολόγημα ή τη γρίπη, συχνά χρησιμοποιούνται για να περιορίσουν τη ρινική συμφόρηση που συνοδεύει αυτές τις ιώσεις, πάντα όμως κατόπιν συμβουλής ιατρού ή φαρμακοποιού για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οι δύο γενιές αντιισταμινικών και οι διαφορές τους
Τα συγκεκριμένα σκευάσματα ταξινομούνται σε δύο βασικές κατηγορίες με βάση τη χημική τους σύνθεση και την επίδρασή τους στο νευρικό σύστημα. Τα παλαιά ή πρώτης γενιάς αντιισταμινικά, όπως η χλωροφαναμίνη και η διφαινυδραμίνη, είναι αποτελεσματικά για ρινίτιδα, κνησμό και ναυτία, όμως διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και έχουν αντιχολινεργική δράση.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συνδέονται συχνά με έντονη υπνηλία, ξηροστομία και καταστολή, γεγονός που περιορίζει τη χρήση τους κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αντιθέτως, τα νέα ή δεύτερης γενιάς αντιισταμινικά, όπως η λοραταδίνη και η σετιριζίνη, σχεδιάστηκαν για να προσφέρουν ανακούφιση χωρίς να προκαλούν υπνηλία, καθώς δεν επηρεάζουν στον ίδιο βαθμό τον εγκέφαλο. Αυτή η κατηγορία είναι ιδανική για άτομα που χρειάζονται μακροχρόνια, καθημερινή θεραπεία χωρίς να θυσιάζουν τη λειτουργικότητά τους.
Πιθανές παρενέργειες που πρέπει να γνωρίζετε
Όπως συμβαίνει με κάθε φαρμακευτική αγωγή, έτσι και τα αντιισταμινικά ενδέχεται να προκαλέσουν παρενέργειες, η συχνότητα και η ένταση των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τον οργανισμό και το είδος του σκευάσματος. Η πιο γνωστή ανεπιθύμητη ενέργεια, ιδιαίτερα στα φάρμακα πρώτης γενιάς, είναι η υπνηλία λόγω της επίδρασης στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ συχνά παρατηρείται και ξηροστομία εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής σάλιου. Άλλες πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν ζάλη, πονοκεφάλους, θολή όραση και διαταραχές του πεπτικού συστήματος όπως η δυσκοιλιότητα.
Σε σπανιότερες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανιστούν αλλαγές στη διάθεση, προβλήματα συγκέντρωσης κυρίως σε ηλικιωμένους, ή ακόμη και αναπνευστικά προβλήματα. Τέλος, είναι κρίσιμο να ελέγχονται τυχόν αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, καθώς η συνδυαστική λήψη μπορεί να μεταβάλει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.