Την έντονη αντίδραση της κυβέρνησης προκάλεσε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να βάλει στο αρχείο την έρευνα για επτά βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι ελέγχονταν για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο Παύλος Μαρινάκης, με δημόσια παρέμβασή του, επιτέθηκε με σφοδρότητα στην αξιωματική αντιπολίτευση, καταγγέλλοντας τη ρητορική περί «κυβέρνησης υποδίκων» και ζητώντας την άμεση ανάληψη πολιτικής ευθύνης από όσους βιάστηκαν να καταδικάσουν, χωρίς στοιχεία, τα στελέχη της συμπολίτευσης.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, η άρση ασυλίας των συγκεκριμένων βουλευτών είχε προχωρήσει οικειοθελώς, με τη δική τους ξεκάθαρη συναίνεση, προκειμένου να χυθεί άπλετο φως στις συγκεκριμένες υποθέσεις. Η τωρινή απόφαση αρχειοθέτησης ακολουθεί την αντίστοιχη προηγούμενη απαλλαγή του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου και του Χαράλαμπου Αθανασίου.
Αναφορικά με τους τέσσερις αιρετούς που τελικά παραπέμπονται να δικαστούν για αδικήματα πλημμεληματικού χαρακτήρα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε πως παραμένει σε απόλυτη ισχύ το τεκμήριο της αθωότητας. Η τελική κρίση ανήκει αποκλειστικά στα αρμόδια δικαστήρια, τα οποία θα συνεκτιμήσουν όλα τα διαθέσιμα νέα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων για τα ποσά της φερόμενης ζημίας.
Στο πολιτικό σκέλος της ανακοίνωσής του, ο κ. Μαρινάκης ανέβασε κατακόρυφα τους τόνους της αντιπαράθεσης. Κάλεσε ανοιχτά όσους λειτούργησαν προκαταβολικά ως «αυτόκλητοι δικαστές» να ζητήσουν έμπρακτα συγγνώμη για τις προειλημμένες αποφάσεις τους. Κατά τον ίδιο, η συστηματική τακτική της ποινικοποίησης του δημόσιου διαλόγου και η προσπάθεια μετατροπής της πολιτικής αρένας σε απέραντη δικαστική αίθουσα, έχει ολέθριες συνέπειες.
Όπως διευκρίνισε, η στρατηγική της σπίλωσης δεν περιορίζεται απλώς σε χτύπημα προς τους πολιτικούς αντιπάλους, αλλά φθείρει βαθύτατα την εμπιστοσύνη των πολιτών στους κρατικούς θεσμούς και καταλήγει να πλήττει την ίδια τη Δικαιοσύνη και τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.