Σε μια περίοδο όπου η πλειονότητα των πολιτικών στελεχών αναλώνεται σε μια αέναη μάχη για λίγα δευτερόλεπτα δημοσιότητας στα δελτία ειδήσεων, ο Κώστας Σκρέκας φαίνεται να επιλέγει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο, αναδιατάσσοντας τις προτεραιότητές του με φόντο την επόμενη ημέρα. Οι πληροφορίες από το παρασκήνιο κάνουν λόγο για μια έντονη αλλά αθόρυβη κινητικότητα του Τρικαλινού πολιτικού, ο οποίος έχει πυκνώσει τις συναντήσεις του, όχι με τους συνήθεις «πρωταγωνιστές» των media, αλλά με πρόσωπα που κινούνται κάτω από τα ραντάρ της δημοσιότητας.
Πρόκειται για ανθρώπους που δεν εμφανίζονται στα τηλεοπτικά πάνελ και σπάνια απασχολούν τα πρωτοσέλιδα, ωστόσο αποτελούν τους πραγματικούς θεματοφύλακες της κομματικής βάσης. Είναι εκείνοι που αφουγκράζονται τον σφυγμό της κοινωνίας, γνωρίζουν τα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητας και, το κυριότερο, διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων. Η κίνηση αυτή του κ. Σκρέκα δεν ερμηνεύεται ως ένας τυπικός «γύρος δημοσίων σχέσεων» για τη βελτίωση του προφίλ του, αλλά ως μια ουσιαστική προσπάθεια χαρτογράφησης του πολιτικού τοπίου όπως αυτό διαμορφώνεται πραγματικά και όχι όπως παρουσιάζεται.
Ο στόχος είναι σαφής και διττός. Αφενός, ο πρώην υπουργός επιδιώκει να «μαζέψει εικόνα» από την πραγματική οικονομία και την κοινωνία, αποφεύγοντας την παγίδα της απομόνωσης που συχνά φέρνει η μακρά θητεία σε κυβερνητικές θέσεις. Αφετέρου, η τακτική αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με το δόγμα που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στα κεντρικά γραφεία της Νέας Δημοκρατίας. Στην Πειραιώς άλλωστε, έμπειρα στελέχη επαναλαμβάνουν με νόημα πως «καλύτερα να ξέρεις τι συμβαίνει, παρά να το μαθαίνεις εκ των υστέρων», υπονοώντας πως ο αιφνιδιασμός από τη λαϊκή δυσαρέσκεια είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της κυβερνητικής σταθερότητας.
Με αυτή τη στρατηγική, ο Κώστας Σκρέκας φαίνεται να επενδύει στην πολιτική πρόληψη και την άμεση επαφή, χτίζοντας ένα δίκτυο πληροφόρησης και επιρροής που του επιτρέπει να έχει καθαρή ματιά στα τεκταινόμενα. Σε μια εποχή πολιτικής ρευστότητας, η επιλογή να μιλήσει κανείς με τους «ανθρώπους της βάσης» ίσως αποδειχθεί πολύ πιο διορατική από οποιαδήποτε τηλεοπτική εμφάνιση, καθώς δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης και προετοιμάζει το έδαφος για τις μελλοντικές πολιτικές προκλήσεις.