Ένα θλιβερό εύρημα αντίκρισαν τα μέλη ερευνητικής ομάδας στην ύπαιθρο της Καστοριάς, όταν κατά τη διάρκεια προγραμματισμένων εργασιών πεδίου εντόπισαν το άψυχο σώμα μιας τεράστιας αρκούδας.
Το ενήλικο αρσενικό, βάρους που υπολογίζεται μεταξύ 250 και 300 κιλών, κειτόταν νεκρό σε μια απομακρυσμένη αγροτική έκταση κοντά σε ποτάμι της περιοχής. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, ο θάνατος του επιβλητικού θηλαστικού φαίνεται να προήλθε από ανθρώπινο χέρι, καθώς υπάρχουν σαφείς ενδείξεις πυροβολισμού.
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκπρόσωπος της Εταιρίας Προστασίας Περιβάλλοντος Καστοριάς, ήταν ο άνθρωπος που βρήκε το άτυχο ζώο. Η ερευνητική του ομάδα βρισκόταν στη συγκεκριμένη τοποθεσία για εντελώς διαφορετικό σκοπό.
Ειδικότερα, εκτελούσαν τακτικό έλεγχο και συντήρηση στον εξοπλισμό παρακολούθησης που έχουν στήσει, εξετάζοντας το υλικό από τις κάμερες καταγραφής της άγριας πανίδας. Κατά την περιήγησή τους στο παραποτάμιο σημείο, η έντονη δυσοσμία τούς οδήγησε στο μακάβριο θέαμα.
Η κατάσταση του κουφαριού μαρτυρούσε ότι το συμβάν δεν ήταν σημερινό. Όπως εκτιμήθηκε από την προχωρημένη αποσύνθεση, η αρκούδα είχε καταλήξει στο σημείο εκείνο πριν από τουλάχιστον τέσσερις έως πέντε ημέρες. Η πράξη αυτή στέρησε από το τοπικό οικοσύστημα ένα υγιές και ιδιαίτερα μεγαλόσωμο δείγμα του είδους, το οποίο βρισκόταν στην πλήρη ανάπτυξή του.
Οι τοπικές αρχές καθώς και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις συλλέγουν πλέον τα απαραίτητα στοιχεία από τον χώρο, προκειμένου να κατανοήσουν πλήρως τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη η βίαιη θανάτωση του άγριου ζώου.
Η περιοχή γύρω από το ποτάμι αποτελεί ένα πολύ γνωστό πέρασμα για την άγρια ζωή, γεγονός που καθιστά την παρουσία των καμερών εξαιρετικά ζωτικής σημασίας. Ο εξοπλισμός αυτός δεν βοηθά μόνο στην απαραίτητη καταγραφή των πληθυσμών, αλλά, δυστυχώς, συμβάλλει καίρια και στην αποκάλυψη τέτοιων καταστροφικών παράνομων πρακτικών ενάντια της βιοποικιλότητας.