Ένα σημαντικό ρήγμα στις επικοινωνίες της Ντάουνινγκ Στριτ αποκαλύφθηκε πρόσφατα, με τον νέο Βρετανό πρωθυπουργό, Άντι Μπέρναμ, να πέφτει στην παγίδα ενός αγνώστου.
Λίγες ημέρες αφότου πέρασε το κατώφλι της πρωθυπουργικής κατοικίας ως διάδοχος του Κιρ Στάρμερ, ο Μπέρναμ αντάλλαξε μηνύματα με κάποιον που προσποιήθηκε τη Σούζι Γουάιλς, την προσωπάρχη του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Αμετανόητος ο Τραμπ για τη βενζίνη – Θέλει να προσαρτήσει τα Στενά του Ορμούζ
Αν και πηγές αναφέρουν ότι το περιεχόμενο των συνομιλιών στερείται άμεσης σημασίας, η παραβίαση ενεργοποίησε τάχιστα τα αντανακλαστικά των αρχών. Η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον επικοινώνησε εσπευσμένα με τον Λευκό Οίκο, εκφράζοντας φόβους για πιθανή νέα στοχοποίηση των συσκευών της Γουάιλς.
Πέρυσι, το FBI είχε ερευνήσει αντίστοιχες προσπάθειες εξαπάτησης Ρεπουμπλικανών μέσω του ονόματός της. Από την πλευρά της, η Ντάουνινγκ Στριτ αρνείται πεισματικά να σχολιάσει το συμβάν, οχυρωμένη πίσω από το απόρρητο της εθνικής ασφάλειας.
Το συγκεκριμένο περιστατικό προστίθεται σε μια αλυσίδα προβληματικών χειρισμών που βαραίνουν την αμερικανική διοίκηση και προκαλούν ανησυχία διεθνώς.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Άντι Μπέρναμ: Ο 59ος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου
Δημοσιογραφικές πηγές αναφέρουν πως ο προσωπικός τηλεφωνικός αριθμός του Ντόναλντ Τραμπ κυκλοφορεί ευρέως, με επιχειρηματίες του τεχνολογικού κλάδου να προσφέρουν μέχρι και μεγάλα ποσά σε κρυπτονομίσματα για να τον αποκτήσουν.
Παράλληλα, το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ διαπίστωσε πρόσφατα ότι ο επικεφαλής του Πενταγώνου, Πιτ Χέγκσεθ, μοιράστηκε διαβαθμισμένες πληροφορίες σε ομαδική συνομιλία στο Signal, ρισκάροντας την ασφάλεια στρατιωτικού προσωπικού.
Στην ομάδα, όπου συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο διευθυντής της CIA, είχε προστεθεί κατά λάθος ένας δημοσιογράφος του περιοδικού The Atlantic από τον τότε σύμβουλο εθνικής ασφάλειας, Μάικ Γουόλτς, ο οποίος είχε αποθηκεύσει λάθος τον αριθμό του.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Νεκρός ένοπλος μετά από πυροβολισμούς στον Λευκό Οίκο
Τέτοια επικίνδυνα κενά επιτρέπουν σε τρίτους να παρεισφρέουν στα ανώτατα κλιμάκια λήψης αποφάσεων, μετρώντας τις πραγματικές αντοχές των σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας απέναντι σε κακόβουλες ενέργειες.