Οι συνεχείς οχλήσεις από την υπερβολικά δυνατή μουσική μέσα στη νύχτα οδήγησαν τους κατοίκους του Χαλανδρίου να ζητήσουν τη συνδρομή της αστυνομίας, με αποτέλεσμα τη σύλληψη δύο ανδρών.
Οι κάτοικοι της περιοχής, αδυνατώντας να ξεκουραστούν εξαιτίας της έντασης του ήχου που προερχόταν από συγκεκριμένη οικία, προχώρησαν σε σχετικές καταγγελίες. Οι κλήσεις στο τηλεφωνικό κέντρο της αστυνομίας κινητοποίησαν τις δυνάμεις της Άμεσης Δράσης, οι οποίες μετέβησαν άμεσα στο σημείο τις πρώτες πρωινές ώρες της 5ης Ιουλίου 2026 για να επιληφθούν της κατάστασης.
Οι αστυνομικοί του περιπολικού εντόπισαν γρήγορα την εστία του θορύβου σε σπίτι εντός του οικισμού. Κατά την έρευνα που ακολούθησε στους χώρους της κατοικίας, διαπιστώθηκε πως οι ένοικοι είχαν εγκαταστήσει και λειτουργούσαν ηχοσύστημα που θύμιζε περισσότερο κέντρο διασκέδασης παρά οικιακό εξοπλισμό. Τα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας προχώρησαν άμεσα στην παύση της μουσικής και συνέλαβαν τους δύο υπευθύνους, ηλικίας 32 και 38 ετών, οι οποίοι βρίσκονταν εκείνη την ώρα στο οίκημα.
Στο πλαίσιο του ελέγχου, οι αρχές προχώρησαν στην κατάσχεση του εξοπλισμού, ο οποίος περιλάμβανε:
- 2 ηχεία υψηλής ισχύος
- 1 ενισχυτή
- 1 κονσόλα ήχου
Η νομοθεσία θέτει αυστηρά όρια για την προστασία των πολιτών από την ηχορύπανση, απαγορεύοντας τη χρήση μηχανημάτων που προκαλούν υπέρμετρο θόρυβο μέσα σε αστικούς ιστούς. Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Χαλανδρίου, το οποίο ανέλαβε την προανάκριση της υπόθεσης και τη συγκέντρωση των απαραίτητων στοιχείων.
Εκεί σχηματίστηκε σε βάρος τους η προβλεπόμενη από τον νόμο δικογραφία για το αδίκημα της διατάραξης κοινής ησυχίας. Ο φάκελος της υπόθεσης, πλήρως ενημερωμένος με τις καταθέσεις των μαρτύρων και την έκθεση κατάσχεσης των ογκωδών ηχητικών συστημάτων, ολοκληρώθηκε από τις τοπικές αρχές. Στη συνέχεια, η δικογραφία υποβλήθηκε άμεσα στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προκειμένου να δρομολογηθούν οι προβλεπόμενες νομικές διαδικασίες εις βάρος των κατηγορουμένων.
