Η θέση της γυναίκας στην ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει σαφή σημάδια βελτίωσης τα τελευταία χρόνια. Η αύξηση της εκπαίδευσης, η μεγαλύτερη συμμετοχή σε επαγγελματικούς κλάδους και η σταδιακή άνοδος σε θέσεις ευθύνης δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία μεταβάλλεται. Ωστόσο, τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat και του ΟΟΣΑ αποκαλύπτουν ότι η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο ως προς τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία όσο και ως προς τις συνθήκες απασχόλησης.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι το χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες. Το 2024 το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό κυμάνθηκε περίπου μεταξύ 44,5% και 46%, ενώ για τους άνδρες ξεπέρασε το 59%. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι σημαντικό μέρος του γυναικείου πληθυσμού παραμένει εκτός αγοράς εργασίας, γεγονός που περιορίζει την πλήρη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.
Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης γυναικών στην Ευρωζώνη. Ο συνολικός δείκτης απασχόλησης βρίσκεται περίπου στο 76%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγγίζει το 80%. Επιπλέον, η γυναικεία εργασία εμφανίζεται συχνότερα σε μορφές μερικής απασχόλησης ή σε θέσεις χαμηλότερων αποδοχών, γεγονός που επηρεάζει τόσο τα εισοδήματα όσο και τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές απολαβές.
Η ανεργία αποτελεί επίσης κρίσιμο ζήτημα για τη θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, καταγράφεται σαφής βελτίωση. Η ανεργία των γυναικών έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που αντανακλά τη γενικότερη ανάκαμψη της απασχόλησης και τις πολιτικές ενίσχυσης της εργασίας. Παρά τη μείωση αυτή, οι γυναίκες εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας σε σχέση με τους άνδρες. Στις αρχές του 2025 το ποσοστό ανεργίας των γυναικών κυμαινόταν περίπου μεταξύ 12,9% και 13,6%, ενώ για τους άνδρες μεταξύ 8,3% και 8,5%. Η τάση μείωσης δείχνει ότι η αγορά εργασίας γίνεται σταδιακά πιο συμπεριληπτική, αν και παραμένει ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση των ευκαιριών απασχόλησης για τις γυναίκες.
Σημαντικό ζήτημα παραμένει και το μισθολογικό χάσμα. Στην Ελλάδα οι γυναίκες αμείβονται κατά μέσο όρο περίπου 13,4% λιγότερο από τους άνδρες ως προς τις ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές. Παρότι το ποσοστό αυτό είναι ελαφρώς χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κυμαίνεται περίπου μεταξύ 14% και 15%, εξακολουθεί να αποτελεί ένδειξη διαρθρωτικών ανισοτήτων στην αγορά εργασίας.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Οι γυναίκες συμμετέχουν ολοένα και περισσότερο στην εκπαίδευση και σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης, ωστόσο εξακολουθούν να εκπροσωπούνται λιγότερο στις κορυφαίες διοικητικές θέσεις. Το ποσοστό των γυναικών σε διευθυντικές θέσεις έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια και φθάνει περίπου το 35%, παρουσιάζοντας σημαντική άνοδο σε σχέση με το 2015. Παρ’ όλα αυτά, στις ανώτατες διοικητικές βαθμίδες των επιχειρήσεων, η παρουσία των γυναικών παραμένει περιορισμένη, γεγονός που αποδίδεται συχνά στο φαινόμενο της «γυάλινης οροφής».
Παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα εμφανίζει θετικά στοιχεία σε ορισμένους τομείς. Στον ερευνητικό χώρο, για παράδειγμα, η χώρα καταγράφει αξιοσημείωτη συμμετοχή γυναικών, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ωστόσο, ακόμη και εκεί παρατηρείται υστέρηση στην προώθηση των γυναικών σε θέσεις λήψης αποφάσεων.
Οι ανισότητες στην αγορά εργασίας αποτυπώνονται και στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Το χάσμα στις συντάξεις μεταξύ ανδρών και γυναικών ηλικίας άνω των 65 ετών ανέρχεται περίπου στο 24%, ποσοστό που βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (περίπου 25%). Η διαφορά αυτή συνδέεται με χαμηλότερους μισθούς, περισσότερες διακοπές στην επαγγελματική πορεία, λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων και μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών σε ευέλικτες μορφές εργασίας.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η θέση της γυναίκας στην ελληνική αγορά εργασίας βελτιώνεται, με περισσότερες γυναίκες να συμμετέχουν στην οικονομική δραστηριότητα και να αναλαμβάνουν θέσεις ευθύνης. Από την άλλη, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ανισότητες σε επίπεδο απασχόλησης, αμοιβών και επαγγελματικής εξέλιξης.
Η πραγματική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι η πλήρης αξιοποίηση του γυναικείου δυναμικού της χώρας. Η ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, η μείωση των μισθολογικών διαφορών και η ενίσχυση της παρουσίας τους σε θέσεις λήψης αποφάσεων δεν αποτελούν μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Αποτελούν και βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Σε μια περίοδο όπου οι οικονομίες στηρίζονται ολοένα και περισσότερο στο ανθρώπινο κεφάλαιο, η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία δεν είναι απλώς μια κοινωνική διεκδίκηση. Είναι μια αναπτυξιακή ανάγκη για το μέλλον της χώρας.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newstok.gr.