Μια αθόρυβη αλλά ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας παρατηρείται το τελευταίο διάστημα στους διαδρόμους και την Ολομέλεια της Βουλής, καθώς ένας αυξανόμενος αριθμός βουλευτών φαίνεται να εγκαταλείπει το μοντέλο της διαρκούς και συχνά ανούσιας παρουσίας στα μικρόφωνα.
Είναι πλέον σαφές ότι αρκετοί εκπρόσωποι του έθνους επιλέγουν συνειδητά τις στοχευμένες παρεμβάσεις, απορρίπτοντας την παλαιά τακτική του να έχουν άποψη για κάθε νομοσχέδιο ή τροπολογία που κατατίθεται, ανεξαρτήτως του αν εμπίπτει στο πεδίο της ειδίκευσής τους.
Η στροφή αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί προϊόν πολιτικής ωρίμανσης και στρατηγικού σχεδιασμού, καθώς οι ίδιοι οι κοινοβουλευτικοί αντιλαμβάνονται πως η υπερέκθεση χωρίς περιεχόμενο κουράζει το εκλογικό σώμα και αποδυναμώνει το πολιτικό τους προφίλ.
Οι βουλευτές αυτοί μιλούν αποκλειστικά όταν έχουν κάτι ουσιαστικό να προσφέρουν στον διάλογο, αποφεύγοντας τις γενικές τοποθετήσεις και τα ευχολόγια που συνήθως γεμίζουν τα πρακτικά χωρίς να παράγουν πολιτικό αποτέλεσμα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν έμπειροι κοινοβουλευτικοί σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, έχει εμπεδωθεί η αντίληψη πως «δεν χρειάζεται να μιλάς σε κάθε συνεδρίαση για να φαίνεσαι παρών», μια φράση που αποτυπώνει πλήρως τη νέα τάση που θέλει την ποιότητα του λόγου να υπερτερεί συντριπτικά της ποσότητας.
Αυτή η «οικονομία λόγου» προσδίδει τελικά μεγαλύτερο κύρος στις τοποθετήσεις τους, καθώς όταν επιλέγουν να παρέμβουν, το ακροατήριο –εντός και εκτός Βουλής– τείνει να τους προσέχει περισσότερο, γνωρίζοντας πως η παρέμβασή τους θα έχει ειδικό βάρος και τεκμηρίωση.
Φαίνεται λοιπόν πως η εποχή της «ξύλινης γλώσσας» και της παρουσίας για την παρουσία δίνει τη θέση της σε έναν πιο ουσιαστικό κοινοβουλευτισμό, όπου η σιωπή μπορεί να είναι εξίσου ηχηρή με τον λόγο, όταν αυτός στερείται νοήματος.