Τον δρόμο για τη φυλακή έδειξε η ελβετική δικαιοσύνη στον Ζακ Μορέτι, ιδιοκτήτη του μπαρ «Le Constellation» στο Κραν Μοντανά, στον απόηχο της φονικής πυρκαγιάς που ξέσπασε την Πρωτοχρονιά και κόστισε τη ζωή σε 40 ανθρώπους.
Το δικαστήριο του καντονιού του Βαλαί διέταξε σήμερα, Δευτέρα 12 Ιανουαρίου, την προφυλάκισή του για διάστημα τριών μηνών, επικαλούμενο ως μοναδικό αλλά σοβαρό λόγο τον κίνδυνο διαφυγής. Η απόφαση αυτή αποτελεί το πρώτο σημαντικό νομικό βήμα στην υπόθεση, με τις αρχές να διευκρινίζουν πως μετά το πέρας του τριμήνου θα υπάρξει επανεξέταση για την περαιτέρω πορεία της κράτησής του. Την ίδια στιγμή, η σύζυγός του, Τζέσικα Μορέτι, αφέθηκε ελεύθερη, όπως μεταδίδει το δίκτυο BFMTV.
Η δικαστική εξέλιξη έρχεται στη δημοσιότητα παράλληλα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τις συνθήκες θανάτου των θυμάτων, οι οποίες εκθέτουν ανεπανόρθωτα τις πρακτικές του ιδιοκτήτη. Σύμφωνα με τα πορίσματα των ερευνητών, η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων, συγκεκριμένα 34 από τους 40 νεκρούς, εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους σε ένα στενό κλιμακοστάσιο το οποίο κατέρρευσε υπό το βάρος του πανικόβλητου πλήθους.
Οι έρευνες έδειξαν πως η συγκεκριμένη σκάλα είχε υποστεί αυθαίρετες παρεμβάσεις από τον Ζακ Μορέτι, ο οποίος μείωσε το πλάτος της κατά τα δύο τρίτα, μετατρέποντάς τη από μια άνετη δίοδο τριών μέτρων σε ένα στενό πέρασμα μόλις ενός μέτρου.
Το χρονικό της φρίκης ξεκίνησε όταν βεγγαλικά, τοποθετημένα σε μπουκάλια σαμπάνιας για τον εορτασμό της αλλαγής του χρόνου, ανέφλεξαν την εύφλεκτη ηχομονωτική επένδυση της οροφής. Στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από το φλεγόμενο υπόγειο, οι θαμώνες συνωστίστηκαν στη «μικροσκοπική» σκάλα.
Τα ξύλινα σκαλοπάτια και τα κιγκλιδώματα, αδυνατώντας να αντέξουν την πίεση, αποκολλήθηκαν από τον τοίχο και κατέρρευσαν, ρίχνοντας τους ανθρώπους ξανά στο φλεγόμενο υπόγειο, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο. Η εικόνα που αντίκρισαν οι Ελβετοί αστυνομικοί ήταν αποτροπιαστική, με σωρούς πτωμάτων να εντοπίζονται στη βάση της διαλυμένης σκάλας.
Κατά την ανάκρισή του, ο 49χρονος επιχειρηματίας παραδέχθηκε πως προχώρησε σε ριζική ανακαίνιση του χώρου όταν ανέλαβε τη διαχείριση το 2015, χωρίς όμως να διευκρινιστεί αν διέθετε τις απαραίτητες πολεοδομικές άδειες. Πέραν της κατασκευαστικής παρέμβασης στη σκάλα, ομολόγησε πως δεν υπήρχε αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης, ούτε καν πυροσβεστήρες, ενώ το προσωπικό δεν είχε λάβει καμία εκπαίδευση πυρασφάλειας.
Παράλληλα, παραδέχθηκε πως μια πόρτα διαφυγής στο ισόγειο ήταν κλειδωμένη από μέσα, γεγονός για το οποίο δήλωσε άγνοια, υποστηρίζοντας πως την έσπασε ο ίδιος όταν έφτασε στο σημείο, αντικρίζοντας πίσω της ανθρώπους να πεθαίνουν από ασφυξία.
Η τραγωδία λαμβάνει ακόμη πιο προσωπικές διαστάσεις για το ζεύγος Μορέτι, καθώς ανάμεσα στα θύματα βρίσκεται και η Κιάν Πανίν, μια σερβιτόρα που θεωρούσαν «θετή κόρη» τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, η άτυχη κοπέλα βρέθηκε νεκρή, πλακωμένη από άλλα σώματα, πίσω από την κλειδωμένη πόρτα που ο ιδιοκτήτης παραβίασε πολύ αργά.
Παρά τις παραδοχές για τις ελλείψεις, τόσο ο Ζακ όσο και η Τζέσικα Μορέτι αρνούνται κάθε αστική ή ποινική ευθύνη, υποστηρίζοντας πως η πυροσβεστική είχε πραγματοποιήσει ελέγχους στο παρελθόν χωρίς να υποδείξει παραλείψεις.