Η μεταγωγή οκτώ συλληφθέντων στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής σηματοδοτεί την ολοκλήρωση μιας επιχείρησης υψηλού ρίσκου, μετά την ένοπλη ληστεία τράπεζας στην Κάτω Τιθορέα. Η ομάδα, στην οποία συμμετείχαν έξι άνδρες και δύο γυναίκες, ακινητοποιήθηκε από στελέχη της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, σε μια συντονισμένη κίνηση που απέτρεψε τη χρήση του βαρέος οπλισμού που έφεραν οι δράστες. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στη ΓΑΔΑ υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, χρησιμοποιώντας εσωτερικές διόδους του κτιρίου ώστε να ξεκινήσει άμεσα η ανάκριση.
Η καταδίωξη ξεκίνησε όταν το ασημί κλεμμένο όχημα διαφυγής εντοπίστηκε σε επαρχιακούς δρόμους της Φθιώτιδας. Οι ληστές επιχείρησαν να διαφύγουν με μεγάλες ταχύτητες, όμως εγκλωβίστηκαν σε αδιέξοδο σημείο. Παρά το γεγονός ότι κρατούσαν αυτόματα όπλα Καλάσνικοφ με σφαίρα στη θαλάμη και σημάδευαν τους αστυνομικούς, τελικά επέλεξαν να παραδοθούν χωρίς να σημειωθεί ανταλλαγή πυροβολισμών. Οι έρευνες επεκτάθηκαν άμεσα σε κρησφύγετα και οικίες στην Αθήνα και την επαρχία, όπου εντοπίστηκαν:
- 8 συλληφθέντες συνολικά
- Πολλαπλά όπλα Καλάσνικοφ και πιστόλια
- 1 υποπολυβόλο τύπου Scorpion
- Χειροβομβίδες
Το προφίλ της ομάδας παραπέμπει σε δομημένη εγκληματική οργάνωση. Οι αρχές εξετάζουν τη σύνδεσή τους με ληστεία που σημειώθηκε το 2025 στην Κατοχή Μεσολογγίου, όπου είχε καταγραφεί ομηρία πολιτών. Αυτή τη στιγμή, τα εγκληματολογικά εργαστήρια επεξεργάζονται κατά προτεραιότητα το γενετικό υλικό και τα αποτυπώματα των κρατουμένων. Στόχος είναι να διαπιστωθεί η τυχόν εμπλοκή τους σε άλλες σοβαρές υποθέσεις του παρελθόντος που παραμένουν ανεξιχνίαστες. Η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. εστιάζει στην επιχειρησιακή ετοιμότητα των μονάδων που συμμετείχαν, καθώς η εξάρθρωση μιας τόσο επικίνδυνης ομάδας επετεύχθη με απόλυτη ασφάλεια για τους αστυνομικούς και τους πολίτες.